Από εκείνα τα βιβλία που δεν χρειάζονται «ζέσταμα». Από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, "Οι φίλοι μου" σε αρπάζει και δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Δεν είχα ξαναδιαβάσει Fredrik Backman — και τώρα αναρωτιέμαι ειλικρινά τι έχανα τόσο καιρό. Ίσως όμως να έπρεπε να τον γνωρίσω έτσι: με ένα βιβλίο που δεν σου συστήνεται απλώς, αλλά σε τραβάει κατευθείαν μέσα του και σου δείχνει τι σημαίνει να αφηγείσαι ιστορίες με καρδιά. Χωρίς τρικ, χωρίς φτηνές συγκινήσεις, χωρίς εκβιασμό.
Η κεντρική πλοκή είναι από αυτές που φαίνονται απλές στην περιγραφή, αλλά αποδεικνύονται πολυεπίπεδες στην πράξη. Ο Backman μιλά για τη φιλία, τη μνήμη, την απώλεια, τις ζωές που διασταυρώνονται και ξαναχωρίζουν, για όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ αλλά καθόρισαν τα πάντα. Δεν υπάρχει βιασύνη· η ιστορία χτίζεται με υπομονή και ακρίβεια, αφήνοντας χώρο στους χαρακτήρες να αναπνεύσουν και στον αναγνώστη να δεθεί μαζί τους. Και όταν έρθουν οι μεγάλες στιγμές, σε βρίσκουν ήδη εκτεθειμένο.
Η ανάπτυξη των χαρακτήρων είναι υποδειγματική. Οι κεντρικοί ήρωες δεν λειτουργούν ως φορείς ιδεών ή συμβόλων — είναι άνθρωποι, με αντιφάσεις, αδυναμίες, μικρές και μεγάλες ήττες. Τους βλέπεις να μεγαλώνουν, να πληγώνονται, να κάνουν λάθη, να προσπαθούν ξανά. Οι (ευτυχώς λίγοι) δευτερεύοντες χαρακτήρες δεν είναι διακοσμητικοί· ο καθένας έχει λόγο ύπαρξης και συμβάλλει ουσιαστικά στην εξέλιξη της ιστορίας. Κανείς δεν περισσεύει, κανείς δεν είναι εκεί απλώς για να γεμίσει σελίδες.
Οι περιγραφές είναι συγκλονιστικές χωρίς να γίνονται φλύαρες. Κάθε κεφάλαιο κουβαλά εικόνες, συναισθήματα, σκέψεις, μικρές αλήθειες που σε σταματούν για λίγο πριν συνεχίσεις. Ο Backman ξέρει πότε να πιέσει και πότε να κάνει πίσω, πότε να σε αφήσει να χαμογελάσεις και πότε να σε βυθίσει στη σιωπή. Η γραφή του έχει ρυθμό, αλλά και τρυφερότητα· δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, και ακριβώς γι’ αυτό το καταφέρνει.
Το τέλος θυμίζει λίγο εκείνες τις ταινίες που έπαιζε το Mega τα μεσημέρια της Κυριακής — και το λέω απολύτως θετικά. Έχει συναίσθημα, κάθαρση, μια αίσθηση πληρότητας που δεν σε κοροϊδεύει. Δεν σου λέει ότι όλα λύθηκαν, αλλά ότι κάτι έκλεισε σωστά. Οι 560 σελίδες μου κράτησαν συντροφιά στην αρχή της χρονιάς, όμως η αίσθηση αυτού του βιβλίου θα με συνοδεύει για πολύ καιρό ακόμα. Από αυτά που τα κουβαλάς μαζί σου, ακόμα κι όταν έχεις προχωρήσει στο επόμενο.
Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩✩✩✩✩


