Το βιβλίο στέκεται αυτόνομα, αλλά νομίζω πως θα το εκτιμήσουν περισσότερο όσοι γνωρίζουν ήδη το υπόλοιπο έργο του. Για τους υπόλοιπους, ίσως είναι καλύτερα να ξεκινήσουν από αλλού — και να επιστρέψουν εδώ αργότερα, με περισσότερα εφόδια.
Το βιβλίο στέκεται αυτόνομα, αλλά νομίζω πως θα το εκτιμήσουν περισσότερο όσοι γνωρίζουν ήδη το υπόλοιπο έργο του. Για τους υπόλοιπους, ίσως είναι καλύτερα να ξεκινήσουν από αλλού — και να επιστρέψουν εδώ αργότερα, με περισσότερα εφόδια.
Ο Paul Auster είναι από τους πιο απολαυστικούς περιγραφείς της αμερικανικής πεζογραφίας — και αυτό ακριβώς γίνεται εδώ το αχίλλειο πτέρνα του. Το βιβλίο μένει στις περιγραφές, χορταίνει από αυτές, και στο μεταξύ η κεντρική υπόθεση — που έχει τις δυνατότητες για κάτι πραγματικά μεγάλο — χάνεται, υποτάσσεται, ξεφουσκώνει. Η πλοκή δεν εξελίσσεται τόσο όσο απλώς... κυλά.
Στο επίκεντρο αυτής της αποτυχίας βρίσκεται ο Μάρκο Στάνλεϊ Φογκ. Ένας ήρωας που παρακολουθείς χωρίς να νοιάζεσαι, που υποφέρει χωρίς να σε αγγίζει. Σε σύγκριση με τον Λαγό — τον ήρωα που ο ο John Updike χτίζει με τόση οικειότητα και ανθρωπιά στην τετραλογία του — ο Φογκ μοιάζει σαν σκιά. Και αυτή η απόσταση μεταξύ αναγνώστη και πρωταγωνιστή μολύνει τα πάντα.
Το πιο εύστοχο που μπορεί κανείς να πει για αυτό το βιβλίο είναι ότι φαίνεται να ντρέπεται για την Αμερική που θέλει να περιγράψει. Κοιτάζει γύρω του, βλέπει μια χώρα που αλλάζει βίαια, και αντί να τη συναντήσει κατάματα, στρέφει το βλέμμα αλλού — προς το ομορφότερο, το ποιητικότερο, το πιο ανώδυνο.
Ο Auster μπορεί να γράψει πολύ καλύτερα. Το ξέρουμε. Κι αυτό ακριβώς κάνει το "Παλάτι του Φεγγαριού" να διαφέρει από ένα απλώς μέτριο βιβλίο.
Ο Ferrari, ωστόσο, επιλέγει να εστιάσει κυρίως στο πριν. Στις πολιτικές διεργασίες, στα πρόσωπα-κλειδιά, στις σχέσεις εξουσίας, στα διπλωματικά παιχνίδια που προηγήθηκαν της απαγωγής. Η αφήγηση κινείται μέσα από έγγραφα, συνομιλίες, αναφορές και μαρτυρίες, χτίζοντας ένα κλίμα διαρκούς πολιτικής έντασης. Μαθαίνουμε για τις πιέσεις που δεχόταν ο Μόρο, για τις εσωτερικές αντιθέσεις στο κόμμα του, για το διεθνές πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου που σκίαζε κάθε απόφαση. Όλα αυτά έχουν ενδιαφέρον — και μάλιστα ουσιαστικό.
Το πρόβλημα είναι ότι το βιβλίο μοιάζει περισσότερο με εκτενή ιστορική ανασκόπηση παρά με λογοτεχνική αφήγηση. Ο συγγραφέας δεν δείχνει πρόθεση να ωραιοποιήσει ή να δραματοποιήσει υπερβολικά τα γεγονότα — κάτι θετικό από μόνο του — όμως η σχεδόν δημοσιογραφική προσέγγιση στερεί από την ιστορία το συναίσθημα και την εσωτερική ένταση που θα μπορούσε να έχει. Η απαγωγή, το ίδιο το κομβικό γεγονός, λειτουργεί σχεδόν ως αναπόφευκτο σημείο άφιξης μιας μακράς πολιτικής διαδρομής, χωρίς την κορύφωση που θα περίμενε κανείς.
Υπάρχουν στιγμές όπου η ατμόσφαιρα της εποχής ζωντανεύει: ο φόβος στους δρόμους της Ρώμης, η αβεβαιότητα της κοινωνίας, η αίσθηση ότι το κράτος παρακολουθεί και παρακολουθείται ταυτόχρονα. Όμως συνολικά, η υπεροχή των πληροφοριών έναντι της μυθοπλασίας κάνει το βιβλίο να θυμίζει περισσότερο τεκμηριωμένο χρονικό παρά μυθιστόρημα με δραματουργική ένταση.
👍 Η ιστορική τεκμηρίωση και η σοβαρή προσέγγιση ενός κομβικού πολιτικού γεγονότος
👎 Η υπερβολική έμφαση στην παράθεση γεγονότων εις βάρος της λογοτεχνικής ζωντάνιας
Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩
Η Τόβα, μια μοναχική χήρα που δουλεύει νυχτερινή βάρδια σε ένα μικρό ενυδρείο, πενθεί ακόμα τον χαμό του συζύγου της και κουβαλά το άλυτο μυστήριο της εξαφάνισης του γιου της δεκαετίες πριν. Εκεί γνωρίζει – ή μάλλον «συναντά» – τον Μάρκελο, ένα εξαιρετικά ευφυές γιγάντιο χταπόδι που παρατηρεί τους ανθρώπους με μια σχεδόν σαρκαστική ανωτερότητα. Παράλληλα, ένας νεαρός άντρας, ο Κάμερον, περιπλανιέται αναζητώντας τον βιολογικό του πατέρα, προσθέτοντας ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ που από πολύ νωρίς φαίνεται πού θα καταλήξει. Και αυτό είναι ίσως το βασικό πρόβλημα: η ιστορία δεν προσπαθεί καν να κρύψει τις συνδέσεις της. Από τις πρώτες σελίδες ξέρεις ποιος είναι ποιος και πού οδεύει η πλοκή. Το μόνο που απομένει είναι να διανύσεις τις 500 και κάτι σελίδες μέχρι να επιβεβαιωθείς.
Στο ενδιάμεσο, συμβαίνουν χίλια δύο πράγματα – μικρές καθημερινές σκηνές, ρομαντικές υποψίες, οικογενειακές αποκαλύψεις – που περισσότερο γεμίζουν τον όγκο του βιβλίου παρά προσθέτουν ουσιαστική ένταση. Η αφήγηση είναι γλυκιά, στρωτή, «ασφαλής». Δεν ρισκάρει, δεν σκοτεινιάζει πραγματικά, δεν σε ταρακουνά. Και όταν φτάνει η τελική αποκάλυψη, αντί για συναισθηματική κορύφωση νιώθεις απλώς ότι ολοκληρώθηκε μια διαδρομή που ήξερες εξαρχής.
Για να μην είμαι άδικος: τα κεφάλαια από την οπτική του χταποδιού ήταν η ευχάριστη έκπληξη. Ο Μάρκελος, με το χιούμορ, την κυνική του ματιά και τις παρατηρήσεις του για την ανθρώπινη ανοησία, είναι ο πιο ζωντανός χαρακτήρας του βιβλίου. Για αυτά τα κεφάλαια ανυπομονούσα κάθε φορά. Τα υπόλοιπα δεν.
👍 Η πρωτότυπη ιδέα και η απολαυστική, ευρηματική οπτική του χταποδιού
👎 Προβλέψιμη πλοκή και υπερβολική έκταση για μια ιστορία που θα μπορούσε να ειπωθεί πολύ πιο συμπυκνωμένα
Βαθμολογία: ✩✩✩✩
Το βιβλίο χωρίζεται ισομερώς σε τρία μεγάλα μέρη — Αίγυπτος, Μεσοποταμία, Σκανδιναβία — και επιχειρεί να μας συστήσει τρεις μεγάλους πολιτισμούς μέσα από τα βασικά τους χαρακτηριστικά: θρησκεία, καθημερινότητα, κοινωνική οργάνωση, πολεμική δραστηριότητα, μύθους και αρχαιολογικά ευρήματα. Ο Παπακώστας παραμένει συνεπής στο ύφος του: απλή γλώσσα, χιούμορ, παραδείγματα που γεφυρώνουν το παρελθόν με το σήμερα. Μαθαίνουμε για τους φαραώ και τη μεταθανάτια ζωή, για τους κώδικες νόμων και τα ζιγκουράτ της Βαβυλώνας, για τις επιδρομές, τη μυθολογία και την κοσμοαντίληψη των Βίκινγκ. Το υλικό είναι πλούσιο και καλογραμμένο.
Κι όμως, κάτι κρατά το βιβλίο πίσω. Η επαναληψιμότητα των «ανησυχιών» του συγγραφέα — αν πρέπει να γράψει για μη ελληνικούς πολιτισμούς, αν το κοινό θα τον ακολουθήσει, αν μας είναι αρκετά οικείοι — λειτουργεί σχεδόν σαν φρένο στην αφήγηση. Ενώ ως εύρημα αυτοαναφορικότητας μπορεί να έχει ενδιαφέρον, εδώ επανέρχεται συχνά και σπάει τον ρυθμό. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι πολιτισμοί δεν έχουν την ίδια βιωματική εγγύτητα με την ελληνική αρχαιότητα, η σύνδεση δεν γίνεται το ίδιο οργανικά.
Δεν είναι κακό βιβλίο — κάθε άλλο. Παραμένει καλογραμμένο, δομημένο, με καθαρή πρόθεση να εκλαϊκεύσει χωρίς να απλοποιεί υπερβολικά. Απλώς, σε σύγκριση με τα προηγούμενα, του λείπει εκείνη η σπίθα που κάνει τις σελίδες να φεύγουν χωρίς να το καταλάβεις.
Ένα ενδιαφέρον εγχείρημα, που ίσως να λειτουργήσει καλύτερα για αναγνώστες που δεν έχουν ήδη «χορτάσει» Παπακώστα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου που κοιτάς πίσω και αναρωτιέσαι πώς έφτασες εδώ. Ο Paul Auster αποφάσισε να καταγράψει αυτή τη στι...