Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Η Μπριτ-Μαρί ήταν εδώ


Ομολογώ ότι άργησα να γράψω αυτή την κριτική. Όχι γιατί βαρέθηκα, αλλά γιατί μόλις έκλεισα το βιβλίο, άνοιξα αμέσως το επόμενο. Αυτό από μόνο του, νομίζω, λέει πολλά.

Η Μπριτ-Μαρί δεν είναι άγνωστη, την έχουμε συναντήσει ήδη στο βιβλίο "Η γιαγιά μου σας χαιρετά και ζητάει συγγνώμη", ως περιφερειακή φιγούρα που δύσκολα αγαπάς. Εδώ παίρνει γίνεται πρωταγωνίστρια, ως μια εκκεντρική γυναίκα που έχει περάσει τη ζωή της στη σκιά των άλλων και που, στα εξήντα της κάτι, βρίσκεται ξαφνικά μόνη και αναγκάζεται να ξαναβρεί τον εαυτό της. Το πώς το κάνει σε ένα μικρό, ξεχασμένο χωριό που λέγεται Μποργ, με μια παιδική ποδοσφαιρική ομάδα και ανθρώπους που κανείς άλλος δεν θα κοιτούσε δύο φορές είναι η ουσία του βιβλίου.

Ο Fredrick Backman ξέρει να γράφει χαρακτήρες. Και το κάνει καλά. Ξέρει να γράφει ιστορίες. Και αυτές τις γράφει καλά. Και ξέρει να σε κάνει να γελάς και να δακρύζεις μέσα από ιστορίες που δεν σε απασχολεί αν είναι αληθοφανείς - γιατί νιώθουν αληθινές, και αυτό αρκεί. Κανένας χαρακτήρας δεν είναι παράταιρος, κανένας δεν υπάρχει τυχαία. Ακόμα και οι πιο περιφερειακοί κουβαλούν κάτι δικό τους στο "Η Μπριτ-Μαρί ήταν εδώ".

Φοβήθηκα λίγο ότι ο ενθουσιασμός μου θα κόπαζε με τον καιρό. Δεν κόπασε. Το βιβλίο μένει χαραγμένο στη μνήμη μου, οι χαρακτήρες, το Μποργ, η αίσθηση ότι κάπου σε εκείνη τη γωνιά του κόσμου, μακριά από τη βουή, θα μπορούσες κι εσύ να κάθεσαι και να βλέπεις μπάλα.

👍 Οι χαρακτήρες του βιβλίου
👎 Ίσως σε κάποιους να φανεί η Μπριτ-Μαρί κουραστική

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩✩✩

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Η γιαγιά μου σας χαιρετά και ζητάει συγγνώμη

 

Ο Fredrik Backman έχει αποδείξει ότι ξέρει να γράφει για ανθρώπους που δεν ταιριάζουν με τον κόσμο γύρω τους. Στο βιβλίο του "Η γιαγιά μου σας χαιρετά και ζητάει συγγνώμη" το κάνει δύο φορές, μία για κάθε γενιά.

Η Έλσα είναι σχεδόν οκτώ χρονών και δεν ταιριάζει σε αυτόν τον κόσμο. Η γιαγιά της είναι ο μόνος άνθρωπος που την καταλαβαίνει, μια ιδιόρυθμη, αναρχική, ηλικιωμένη που της αρέσει να διηγείται παραμύθια για ένα φανταστικό βασίλειο όπου όλα έχουν νόημα. Όταν η γιαγιά φεύγει νωρίς, αφήνει πίσω της μια σειρά από γράμματα, ουσιαστικά ένα παιχνίδι κυνηγητού που οδηγεί την Έλσα από γείτονα σε γείτονα, αποκαλύπτοντας ιστορίες που δεν ήξερε ότι υπήρχαν.

Αυτό που κάνει το βιβλίο εξαιρετικό είναι η απόλυτη φυσικότητα με την οποία ο Backman μπλέκει τα πάντα μαζί: το χιούμορ με τον πόνο, το φανταστικό με το αληθινό, τις παιδικές στιγμές με τις βαριές αλήθειες των ενηλίκων. Και το κάνει με τέτοια άνεση που δεν δίνεις καν σημασία στις εναλλαγές. Η ιστορία σε παρασύρει και δεν σε αφήνει να σκεφτείς πού βρίσκεσαι. Ενώ η απώλεια της γιαγιάς συμβαίνει αρκετά νωρίς, η ίδια είναι παρούσα σε κάθε σελίδα μέσα από τα γράμματά της, τις ιστορίες της, τον τρόπο που έχει αφήσει το αποτύπωμά της σε κάθε άνθρωπο γύρω της.

Το τέλος είναι αναμενόμενο, αν και δεν έχει σημασία. Γιατί με τον Backman, το ταξίδι είναι πάντα πιο σημαντικό από τον προορισμό.

👍 Η φυσική εναλλαγή χιούμορ και συγκίνησης
👎 Το τέλος είναι προβλέψιμο, αν και αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από τη μαγεία του

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩✩✩✩

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Πόση Μεγάλη Ελλάδα θέλετε; - Ναι!

 

Υπάρχει μια κατηγορία βιβλίων που δύσκολα κρίνεις δίκαια: αυτά που διασκεδάζουν ενώ διδάσκουν. Γιατί αν τα κρίνεις ως λογοτεχνία, μοιάζουν ελαφριά. Αν τα κρίνεις ως επιστήμη, μοιάζουν ανεπαρκή. Κι όμως, κάνουν κάτι που λίγα βιβλία καταφέρνουν: σε κάνουν να θέλεις να μάθεις περισσότερα.

Ο Θεόδωρος Παπακώστας, διδάκτωρ κλασικής αρχαιολογίας, επιστρέφει με την ίδια αφηγηματική τεχνική που έχει κάνει αναγνωρίσιμο το έργο, τον διάλογο. Στο "Πόση Μεγάλη Ελλάδα θέλετε; - Ναι!" βρισκόμαστε και εμείς σε κάποιο λιμάνι, περιμένοντας το πλοίο, όπως οι τρεις πρωταγωνιστές, μας ταξιδεύουν στο χρόνο διαμέσου των σημαντικότερων ελληνικών αποικιών της Μεγάλης Ελλάδας. Ο ιστορικός είναι ο γνώστης, αυτός που κρατά το νήμα και μεταφέρει τη γνώση — αλλά το κάνει με τρόπο που δεν θυμίζει ποτέ διάλεξη. Οι πιο σπαρταριστές ιστορίες εκείνης της εποχής και περιοχής αφηγούνται με χιούμορ, ζωντάνια και αγάπη για το αντικείμενο.

Είχα κρίνει τον Παπακώστα πιο αυστηρά στο προηγούμενο βιβλίο του — Ένας Αιγύπτιος, ένας Βαβυλώνιος και ένας Βίκινγκ μπαίνουν σε ένα μπαρ — αλλά εδώ η αφηγηματική τεχνική λειτουργεί άψογα. Ο διάλογος δεν είναι απλώς όχημα για τη μεταφορά πληροφοριών, είναι το ίδιο το βιβλίο. Και όταν ο κεντρικός ήρωας αναφωνεί «Σοβαρούς μας βαριέστε, χιουμορίστες μας κράζετε. Έτσι δεν μας θέτε, αλλιώς δεν μας θέτε, πώς μας θέτε τέλος πάντων;», νιώθεις ότι ο συγγραφέας μιλά και για τον εαυτό του — και έχει δίκιο.

Για όσους αγαπούν την αρχαία ιστορία αλλά δεν αντέχουν την ακαδημαϊκή σοβαροφάνεια, αυτό είναι ακριβώς το βιβλίο που χρειάζονται.

👍 Η διασκεδαστική αφηγηματική τεχνική, οι σπαρταριστές ιστορίες, η αγάπη του συγγραφέα για το αντικείμενο
👎 Όσοι αναζητούν πιο αυστηρή ιστορική προσέγγιση ίσως βρουν το ύφος πολύ ελαφρύ

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩✩✩


Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Όμορφα κορίτσια


Ξεκινώντας να διαβάζεις τα "Όμορφα κορίτσια", από τις πρώτες σελίδες νιώθεις ότι κάτι δεν πάει καλά, όχι με το βιβλίο, αλλά μέσα στο βιβλίο. Η Karin Slaughter έχει το χάρισμα να χτίζει μια ατμόσφαιρα που σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι αρνητικό έχει ήδη συμβεί, ακόμα και όταν οι χαρακτήρες κρατούν ακόμα κάποια ελπίδα.

Δύο αδερφές, η Claire και η Lydia, έχουν χάσει επαφή χρόνια μετά την εξαφάνιση της τρίτης αδερφής τους Julia στα φοιτητικά τους χρόνια. Όταν ο σύζυγος της Claire δολοφονείται υπό μυστηριώδεις συνθήκες, οι δύο γυναίκες αναγκάζονται να επανασυνδεθούν και μαζί αρχίζουν να ξετυλίγουν μια αλήθεια που κανείς δεν ήθελε να βρει. Η αφήγηση εναλλάσσεται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, και κάθε νέα αποκάλυψη φέρνει τον αναγνώστη ένα βήμα πιο κοντά στην επίλυση, χωρίς ποτέ να νιώθεις ότι κάτι δίνεται εύκολα.

Οι χαρακτήρες είναι από τα δυνατά χαρτιά του βιβλίου. Ο καθένας κουβαλά τον δικό του σταυρό, τα δικά του μυστικά, και η Slaughter τους γράφει με τρόπο που τους κάνει να αισθάνεσαι αληθινούς. Το τέλος είναι άκρως κινηματογραφικό, γεμάτο σασπένς, αν και κάποιες λογοτεχνικές ευκολίες θυμίζουν ότι το είδος έχει τους δικούς του συμβιβασμούς.

Το μόνο που θα άλλαζα είναι η έκταση. Το βιβλίο θα κέρδιζε αν ήταν περίπου 200 σελίδες πιο σύντομο καθώς κάποια μέρη της ανάπτυξης κουράζουν εκεί που θα έπρεπε να σε κρατούν σε εγρήγορση.

👍 Η ατμόσφαιρα, οι καλογραμμένοι χαρακτήρες, οι αποκαλύψεις που κρατούν το ενδιαφέρον, το κινηματογραφικό φινάλε
👎 Κάποιες λογοτεχνικές ευκολίες στο τέλος

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩✩✩ 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Μετά το Μόναχο


Όταν έχεις λατρέψει την Καταραμένη Ομάδα και μαθαίνεις ότι ο David Peace καταπιάστηκε με μια άλλη ποδοσφαιρική ιστορία που σημάδεψε το νησί, ανυπομονείς. Και το βιβλίο δεν σε απογοητεύει, απλώς δεν φτάνει ακριβώς εκεί που περίμενες.

Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Ο πρωτότυπος είναι "Munichs", ένας χαρακτηρισμός που χρησιμοποιούν οι αντίπαλοι οπαδοί για τους φιλάθλους της Γιουνάιτεντ, με αρνητική χροιά, παραπέμποντας στην τραγωδία ως σημείο αδυναμίας. Η ελληνική απόδοση "Μετά το Μόναχο" δεν είναι απόλυτα ακριβής, αλλά ταιριάζει στο βιβλίο, γιατί αυτό ακριβώς είναι: μια ιστορία για το μετά της τραγωδίας.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1958, το αεροπλάνο που μετέφερε τους Busby Babes, τη νεαρή, λαμπρή ομάδα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, συνετρίβη κατά την απογείωση στο Μόναχο. Είκοσι τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ανάμεσά τους οκτώ παίκτες. Ο Peace ξεκινά με ένα προμήνυμα, μια σκοτεινή αίσθηση που σε κάνει να ξέρεις ότι κάτι κακό έρχεται, χωρίς να μπορείς να το αποτρέψεις. Και όταν έρθει, ζούμε το μετά: τα πένθη, οι κηδείες, η προσπάθεια ανοικοδόμησης, ο πόνος που κυλά παράλληλα με την ελπίδα, τόσο αληθινά που σε κάνουν να ξεχνάς ότι διαβάζεις μυθιστόρημα, αλλά χρονογράφημα εκείνων των ημερών.

Το δυνατό σημείο του βιβλίου είναι το Μάντσεστερ, όχι οι παίκτες, όχι ο Busby, αλλά η ίδια η πόλη, που αναδεικνύεται σε κεντρικό χαρακτήρα. Ο πόνος της κοινότητας, η αλληλεγγύη, η αργή επιστροφή στη ζωή. Και αυτό το καταφέρνει ο Peace με τρόπο που μπορεί να αγγίξει και κάποιον που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για ποδόσφαιρο.

Το αδύναμο σημείο είναι ότι όλα κυλούν ομαλά. Δεν υπάρχει κορύφωση, τα γεγονότα περνούν σαν ο χρόνος που περνά, και κανένας από τους πρωταγωνιστές δεν σε κάνει να θέλεις να μείνεις κοντά του. Ίσως να είναι αυτό το δίχτυ προστασίας που άπλωσε ο συγγραφέας για τους αναγνώστες του. 

👍 Το Μάντσεστερ ως κεντρικός χαρακτήρας
👎 Αδυναμία ταύτισης με τους χαρακτήρες

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩✩

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Σάρκα


Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν είμαι φαν των Ούγγρων συγγραφέων και σπάνια με εντυπωσιάζουν τα βραβεία Booker. Η "Σάρκα" του David Szalay με ανάγκασε να αναθεωρήσω και τα δύο.

Αυτό που με έκανε να το ανοίξω ήταν η περιγραφή στο οπισθόφυλλο. Αυτό που με κράτησε ήταν κάτι που δύσκολα περίμενα: ένας λόγος τόσο άμεσος, τόσο λιτός, που μοιάζει να γράφτηκε από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Ο Szalay ακολουθεί τη ζωή του István, ενός νέου Ούγγρου που μεγαλώνει σε ένα συγκρότημα κατοικιών, και από μια σχέση με μια παντρεμένη γειτόνισσα που αλλάζει τα πάντα, βρίσκεται να διολισθαίνει μέσα από φυλάκιση, στρατό, μετανάστευση στο Λονδίνο, και τελικά στους κόλπους της βρετανικής ελίτ — χωρίς ποτέ να φαίνεται να έχει επιλέξει τίποτα συνειδητά.

Τα κεφάλαια έχουν χρονική συνέχεια, αλλά ανάμεσά τους υπάρχουν κενά, χρόνια που ο Szalay αφήνει σκόπιμα κενά, εμπιστευόμενος τον αναγνώστη να τα γεμίσει μόνος του. Αυτή η τεχνική, που σε άλλα χέρια θα ένιωθες σαν αδυναμία, εδώ είναι η δύναμη του βιβλίου. Ο μικρόπεριοδος λόγος δεν κουράζει, αλλά σε αρπάζει από την πρώτη σελίδα και δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα.

Μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο. Εκεί ο ρυθμός αλλάζει, όλα γίνονται πιο αργά, πιο βαριά, σαν να ζητά το βιβλίο τον χρόνο του για να συνειδητοποιήσεις ότι κάθε ζωή φτάνει κάποια στιγμή στο τέλος της. Και αν είσαι τυχερός, μπορείς να είσαι εσύ αυτός που θα το διαλέξει.

👍 Η αμεσότητα του λόγου
👎 Οι γυναικείοι χαρακτήρες λειτουργούν μόνο συμπληρωματικά του πρωταγωνιστή

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩✩✩✩

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Έμβια όντα

 

Υπάρχει μια συγκεκριμένη απογοήτευση που νιώθεις όταν ένα βιβλίο με πολλά βραβεία δεν σε κερδίζει. Δεν είναι απλώς ότι δεν σου άρεσε — είναι ότι αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν το πήρες στραβά.

Δεν το πήρα στραβά. Τα "Έμβια όντα" δεν είναι ένα καλό βιβλίο. 

Η Iida Turpeinen χτίζει ένα φιλόδοξο αφηγηματικό σχέδιο: τρεις εποχές, τρεις ιστορίες, όλες συνδεδεμένες με την αγελάδα του Steller, ένα θαλάσσιο θηλαστικό που εξαφανίστηκε τον 18ο αιώνα από ανθρώπινη δραστηριότητα. Η ιδέα του ταξιδιού στον χρόνο μέσα από ένα εξαφανισμένο είδος, η σύνδεση επιστήμης, μνήμης και περιβαλλοντικής καταστροφής — θα μπορούσε να δουλέψει πολύ καλά. Και το πρώτο μέρος, με τον φυσιοδίφη Georg Wilhelm Steller στο πλευρό μιας ρωσικής αποστολής, υπόσχεται ακριβώς αυτό.

Από εκεί και πέρα, το βιβλίο χάνει τον εαυτό του. Αυτό που ακολουθεί μοιάζει περισσότερο με εκλαϊκευμένη επιστήμη παρά με λογοτεχνία — και μάλιστα όχι από την ενδιαφέρουσα εκδοχή της. Οι πληροφορίες συσσωρεύονται χωρίς να μετασχηματίζονται σε αφήγηση, χωρίς η συγγραφέας να φαίνεται να νιώθει την ανάγκη να τις κάνει πιο προσιτές ή πιο ζωντανές. Το βιβλίο θέτει ένα σχέδιο και δεν το υλοποιεί — κι αυτό είναι ίσως η πιο μεγάλη του αποτυχία.

Τα βραβεία παραμένουν αναπάντητη ερώτηση.

👍 Αν έπρεπε να βρω κάτι, θα ήταν το πρώτο μέρος
👎 Ατελείωτο κατέβασμα άχρηστων πληροφοριών

Βαθμολογία: ✩✩✩


Η Μπριτ-Μαρί ήταν εδώ

Ομολογώ ότι άργησα να γράψω αυτή την κριτική. Όχι γιατί βαρέθηκα, αλλά γιατί μόλις έκλεισα το βιβλίο, άνοιξα αμέσως το επόμενο. Αυτό από μόν...