Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Ο αιχμάλωτος του ουρανού


Όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν και νομοτελειακά αυτό θα συνέβαινε και με την υπέροχη τριλογία του Carlos Ruiz Zafón. Η τελευταία πράξη ήρθε, λοιπόν, με το βιβλίο Ο Αιχμάλωτος του Ουρανού, το οποίο αντικειμενικά είναι και το πιο αδύναμο των τριών. 

Σε αυτό το βιβλίο, το οποίο είναι πολύ μικρότερο σε μέγεθος από τα δύο προηγούμενα - και πιστέψτε με το μέγεθος παίζει ρόλο -  ο Κάρλος Ρουίθ Θαφόν δεν ακολουθεί την τακτική των δύο προηγούμενων βιβλίων, αλλά κρατά το ίδιο ύφος και το ίδιο στυλ σε όλα τα μέρη του βιβλίου. Μέσα σε 380 περίπου σελίδες χτίζει ένα σκηνικό αγωνίας και μυστηρίου το οποία κάνει τον αναγνώστη να μεταπηδά χρονικά και τοπικά ανάλογα με την εξέλιξη της ιστορίας, η οποία δεν παρουσιάζει, δυστυχώς, ανατροπές. 

Ο κεντρικός ήρωας είναι για τρίτη φορά ένας διαφορετικός επισκέπτης του Κοιμητηρίου των Λησμονημένων Βιβλίων, αλλά, ενώ το έχουμε καταλάβει από την αρχή πρέπει να φτάσουμε στις τελευταίες είκοσι σελίδες για να το επιβεβαίωσουμε. Αν και, φαινομενικά, δεν χρειαζόταν η αναμονή αυτή, εντούτοις δένει άψογα με την ιστορία. 

Οι δευτερεύοντες ήρωες παραμένουν ενδιαφέροντες, χωρίς όμως να επισκιάζουν έστω και λίγο τον κεντρικό χαρακτήρα, ενώ στα θετικά συγκαταλέγεται ακόμα η ροή της ιστορίας, η οποία κρατά σε εγρήγορση των αναγνώστη, ο οποίος μην μπορώντας να κάνει αλλιώς την ολοκληρώνει απνευστί. 

Δεν ξέρω αν σε αυτή την ιστορία μου έλειψε η Βαρκελώνη - ποτέ δεν την συμπάθησα ιδιαίτερα σε αυτή την τριλογία, το ίδιο νομίζω και ο Θαφόν - αλλά γνωρίζοντας πως η ιστορία αυτή δεν έχει τελειώσει, αλλά έχει μόλις αρχίσει, ανυπομονώ για τη συνέχεια. 

👍Ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτει ο συγγραφέας κομμάτι- κομμάτι την ιστορία του κεντρικού ήρωα
👎Η αναπόφευκτη σύγκριση σε σχέση με τα δύο πρώτα βιβλία της τριλογίας

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩✩


 

Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

Το παιχνίδι του αγγέλου


Μετά την ανάγνωση της ανεπανάληπτης πρώτης ιστορίας της τριλογίας του Κοιμητηρίου των Λησμονημένων Βιβλίων, ήρθε η σειρά για το δεύτερο μέρος. Το Παιχνίδι του Αγγέλου είναι η άξια συνέχεια της σειράς αυτής με τον Carlos Ruiz Zafón να έχει πλέξει μαεστρικά ένα νέο κόσμο, τόσο ίδιο και συνάμα τόσο διαφορετικό από αυτόν που μας παρουσίασε στη Σκιά του Ανέμου.

Βρισκόμαστε ξανά -που αλλού- στην Βαρκελώνη, ενώ η ίδια η πόλη με ένα μαγικό τρόπο φαίνεται να απουσίαζει, σαν να την έχει καταπιεί το ίδιο το Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων και ζει μόνο στις αναμνήσεις του Νταβίδ, του κεντρικού ήρωα του βιβλίου, ο οποίος την αναζητά μόνο όταν βγαίνει εκτός σπιτιού για να μείνει μόνος του με τις σκέψεις του. 

Στον κόσμο που έχει δημιουργήσει ο Κάρλος Ρουίθ Θαφόν η πραγματικότητα συναντά τη φαντασία, οι ζωντανοί τους νεκρούς, οι συγγραφείς τους αναγνώστες, οι άνδρες την γοητεία των γυναικών, οι γυναίκες τον έρωτα, ο έρωτας την πραγματικότητα. Μέσα στις 600 σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης προλαβαίνει να αγαπήσει τους περισσότερους από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες, να συμπονέσει τον κεντρικό ήρωα, να απογοητευτεί, να ικανοποιηθεί, να ερωτευτεί ξανά και να βρει την όρεξη να ανοίξει ένα ακόμα βιβλίο, ίσως το τελευταίο μέρος της τριλογίας. 

Όσοι δεν καταπιάστηκαν ακόμα με το πρώτο μέρος της τριλογίας από "Το Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων" πρέπει να βιαστούν γιατί η συνέχεια της είναι εξίσου συναρπαστική.

👍Η εναλλαγή της τοποθέτησης της ιστορίας του κεντρικού ήρωα μέσα στον τόπο και στο χρόνο
👎Η μη ρεαλιστική σκηνή μάχης προς το τέλος του βιβλίου ίσως ξενίσει αρκετούς

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩✩

 

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Η σκια του ανέμου

 

Πιάνοντας στο χέρι μου τη Σκια του Ανέμου του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν ήξερα αυτόματα ότι θα διάβαζα το καλύτερο βιβλίο, μέχρι στιγμής, για το τρέχον έτος. Ο Ισπανός συγγραφέας που μας άφησε το 2020, ενώ είχε ακόμα τόσα πολλά να δώσει, δεν με έχει προδώσει ποτέ. Μάλιστα, το βιβλίο του "Μαρίνα" ήταν το καλύτερο για την περσινή χρονιά. 

Στο μυθιστόρημα του ο Carlos Ruiz Zafón υφαίνει με ιδιαίτερο τρόπο μια ιστορία, η οποία ξεκινάει σαν παιδικό παραμύθι, ένα άτυπο "Τζουμάντζι" με βιβλία, ενώ βήμα βήμα η ιστορία εξελίσσεται σε θρίλερ θυμίζοντας το "Νεκρωταφείο Ζώων" του σπουδαίου Stephen King, ενώ ο σκελετός της είναι μια ιστορία ενηλικίωσης με επιρροές από το "Φύλακα της Σίκαλης" του J.D. Salinger, με διακριτικά ψήγματα αστυνομικού - κατασκοπευτικού μυθιστορήματος που θα ήθελε πολύ να καταπιαστεί ο Dashiell Hammett.

Η Σκία του Ανέμου ακολουθεί στις 615 σελίδες της την ιστορία του Ντάνιελ, ενός νεαρού αγοριού του οποίου η φαντασία του οργιάζει. Καθώς μεγαλώνει ο Ντάνιελ, μεγαλώνουν οι ανησυχίες του και ο ίδιος ανακλύπτει τον κόσμο ολάκερο μέσα από τη μαγεία των βιβλίων. Τι καλύτερο για κάποιον που αγαπάει τα βιβλία; Επειδή, όμως, δεν είναι όλα ρόδινα στη ζωή, για να φτάσει στο τέλος αυτού του ταξιδιού θα περάσει από πολλά στάδια, το κάθε ένα πιο συναρπαστικό από το άλλο, με τον Θαφόν να έχει υφάνει μαεστρικά έναν κόσμο που διατρέχει την Βαρκελώνη αποδίδοντας της μια αλλόκοτη ομορφιά, την οποία ίσως δεν αξίζει. 

Αξίζει σίγουρα σε όλους να δώσουν μια ευκαιρία στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας από "Το Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων" και να είναι σίγουροι ότι αυτή την εμπειρία δεν θα την λησμονήσουν ποτέ. 

👍Ο μαεστρικός τρόπος που ο Φαθόν εξελίσσει την κεντρική ιστορία σε πολλά επίπεδα
👎Η ανυπομονησία να ξεκινήσει το δεύτερο μέρος της τριλογίας

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩✩✩

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024

Ο μεγάλος αποχαιρετισμός

 

Έπρεπε μετά την προηγούμενη αποτυχημένη έμπνευση να καταπιαστώ με ένα ανάγνωσμα, το οποίο θα έκανε τις ώρες μαζί του ευχάριστες και δημιουργικές. Ήλπιζα Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός του Raymond Chandler να ήταν ένα τέτοιο, και ευτυχώς ήταν.

Ο Τσάντλερ μέσα σε 532 σελίδες, οι οποίες κυλούν νεράκι, παρουσιάζει ένα γνήσιο αστυνομικό μυθιστόρημα. Ακολουθούμε τον πρωταγωνιστή Φίλιπ Μάρλοου, ένα ντεντέκτιβ με ιδιόρρυθμο χαρακτήρα - ποιος άλλωστε δεν είναι έτσι - καθώς κατατρώγεται να εξιχνιάσει μια, κατά τ' άλλα, τελειωμένη υπόθεση, η οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βρισκόταν συνεχώς μπροστά του. 

Ο συγγραφέας καταφέρνει με ένα ιδιαίτερο τρόπο να δημιουργεί το σκηνικό του χωρίς καθυστέρηση, ενώ αφήνει θα έλεγε κανείς στην μοίρα τους τους χαρακτήρες των ηρώων του, οι οποίοι καταπιάνονται από το καθετί για να γίνουν είτε αρεστοί είτε αντιπαθείς στον αναγνώστη. Επί της ουσίας, κανείς δεν καταφέρνει απόλυτα να τοποθετηθεί σε μια από τις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες, και καταλήγει απλά αδιάφορος. 

Αδιάφορο θα ήταν και το τέλος του βιβλίου, καθώς από τη μέση και μετά η κεντρική υπόθεση παραμερίζεται για χάρη άλλων καθημερινών υποθέσεων του ντεντέκτιβ Μάρλοου. Εντούτοις, τεχνηέντως κάτι συμβαίνει αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για αυτή, αλλά και για το μυθιστόρημα γενικότερα. Με μια κλασική για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, διπλή ανατροπή, ο Τσάντλερ δίνει το κατάλληλο τέλος για μια συναρπαστική, αστυνομική ιστορία, γεμάτη φόνους, σεξ, διεφθαρμένους μπάτσους, πολύ ξύλο,  προδομένες συζύγους, ανέντιμους υπαλλήλους ξενοδοχείων και ποτό, πολύ ποτό. 

Θεωρώ ότι οι λάτρεις των αστυνομικών μυθιστορημάτων θα το βρουν ενδιαφέρον, ενώ οι λοιποί αναγνώστες θα διχαστούν. Σε κάθε περίπτωση, όλοι θα συμφωνήσουν ότι είναι λάθος να μπλέκεις με μεθυσμένους. 

👍Ο στιβαρός τρόπος με τον οποίο χτίζεται το τέλος της ιστορίας
👎Η αδύναμη ανάπτυξη των χαρακτήρων του βιβλίου

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩

Κυριακή 10 Μαρτίου 2024

Ο γατόπαρδος


Ο γατόπαρδος, γνωστό και ως «τσίτα» ή, λανθασμένα, «τσιτάχ», είναι σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των αιλουριδών. Ανήκει στην υποοικογένεια των αιλουρινών και εντάσσεται ανάμεσα στα μέλη μιας «ομάδας» που απαρτίζουν τις αποκαλούμενες αγριόγατες, που περιλαμβάνει διάφορα γένη και της οποίας αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μέλη. Το είδος έχει την επιστημονική ονομασία Acinonyx jubatus, απαντά αποκλειστικά στην Αφρική και στο Ιράν και περιλαμβάνει 5 υποείδη. Eίναι το γρηγορότερο χερσαίο ζώο, εκτιμάται ότι μπορεί να τρέχει με ταχύτητα 80 έως 128 km/h, με μέση ταχύτητα 98 km/h.

Τι σχέση ο παραπάνω -δανεισμένος από την βικιπέδια- ορισμός του συγκεκριμένου ζώου με το βιβλίο του Giuseppe Tomasi di Lampedusa, ομολογώ πως δεν κατάλαβα. Εδώ καλά καλά δεν κατάλαβα πώς έμπλεξα σε ένα τόσο σύντομο χρονικά διάστημα πάλι με ένα βιβλίο ενός κλασικού Ιταλού συγγραφέα, όταν οι μνήμες από τον "Μακαρίτη Ματίας Πασκάλ" του Λουίτζι Πιραντέλλο ήταν ακόμα νωπές. 

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, δεν με βοήθησε αυτή τη φορά και η θεά τύχη στην οποία άφησα την επιλογή του επόμενου αναγνώσματός που θα με συντρόφευε τις νύχτες. Αυτή και μόνο αυτή (σε κάποιον πρέπει να ρίξω το ανάθεμα) έφερε στο χέρι μου το συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο ούτε που θυμάμαι πώς το διάλεξα όταν το αγόρασα (μάλλον λόγω του τίτλου).

Όσο και αν προσπαθούσα να ακολουθήσω τις ιστορίες του Ντον Φαμπρίτσιο, του πρίγκιπα ντι Σαλίνα,ο οποίος βλέπει τον κόσμο που έζησε να χάνεται καθώς η εποχή προχωρά και εκείνος βιώνει την βίαιη αλλαγή του κόσμου στον οποίο ζει, τόσο στο μυαλό μου ερχόταν ο ίδιος ο συγγραφέας, ο οποίος έγραψε το μοναδικό του μυθιστόρημα σε ηλικία εξήντα ετών και δεν κατάφερε να το δει ποτέ τυπωμένο. Ο παλιακός τρόπος και η απουσία έντασης στην εξέλιξη της ιστορίας το καθιστούν στα δικά μου μάτια ως βαρετό, τουλάχιστον.
 
Ίσως, η φήμη του συγκεκριμένου μυθιστορήματος να έγκειται στις διαμάχες που ξέσπασαν μετά την πρώτη έκδοση και στο κατά πόσο ήταν αυθεντική και σύμφωνη με τα όσα έγραψε ο Τζιουσέπε Τομάσι Ντι Λαμπεντούσα. Στην πιο πρόσφατη, αναθεωρημένη, εκδοχή, εκείνη των εκδόσεων Feltrinelli, βασίζεται η εξαιρετική δουλειά που έχει γίνει από τις εκδόσεις Bell σε μετάφραση της Μαρίας Σπυριδοπούλου. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο έχει μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη το 1963 σε σκηνοθεσία του μετρ του είδους Λουκίνο Βισκόντι. Άβυσσος η ψυχή, όχι μόνο των αναγνωστών, αλλά και των σκηνοθετών. 

👍Η καταπληκτική δουλειά των εκδόσεων Bell
👎 Οι προσδοκίες που γεννά ο τίτλος του βιβλίου. 

Βαθμολογία: ✩✩

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Μια κινητή γιορτή


Περιδιαβαίνεις τους ηλεκτρονικούς διαδρόμους ενός ιντερνετικού βιβλιοπωλείου, οι μυρωδιές από το χαρτί περνάνε την οθόνη του υπολογιστή, στρέφεις το βλέμμα σου δεξιά και το μάτι σου πέφτει πάνω σε ένα αδιάφορο εξώφυλλο από τις εκδόσεις Καστανιώτη με την αφεντομουτσουνάρα ενός καταξιωμένου συγγραφέα. 

Έχεις διαβάσει ήδη δύο βιβλία του ιδίου και λες ευκαιρία είναι να τριτώσει το καλό. Χωρίς να το πολυσκεφτείς το βάζεις στο καλάθι, το βιβλίο έρχεται μετά από δύο μέρες στην πόρτα σου και εσύ καταπιάνεσαι με αυτό μετά από αρκετούς μήνες. Το τελειώνεις μέσα σε δύο μέρες, καθώς ουσιαστικά πρόκειται για μια εξιστόρηση των γεγονότων και των καταστάσεων που έζησε ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ κατά την διάρκεια της διαμονής του στην πόλη του έρωτα, το Παρίσι.

Για όποιον δεν έχει επισκεφτεί το Παρίσι, σίγουρα τα μέρη που περιγράφονται σε αυτό το βιβλίο θα φανούν άγνωστα και δίχως κάποιας αξίας πέρα από τις ιστορίες που έζησαν και αυτά τα ίδια ακούγοντας τον Χέμινγουεϊ και άλλους συγγραφείς να συζητάνε περί παντός επιστητού. Για όσους το έχουν επισκεφτεί, σίγουρα θα γοητευτούν από τις ζωηρές περιγραφές. Προσωπικά, ανήκω στην πρώτη κατηγορία. 

Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του βιβλίου, όπως καταλάβατε, είναι οι συζητήσεις που είχε ο Χέμινγουεϊ με άλλους συγγραφείς της γενιάς του, οι προβληματισμοί, οι ανησυχίες τους, τα επαγγελματικά τους σχέδια. Όντως, οι συγγραφείς εκτός του ότι βγαίνουν από το σπίτι και συναναστρέφονται με άλλους ανθρώπους, βλέπουν τη συγγραφή σαν επάγγελμα, ή τουλάχιστον την έβλεπαν στο Παρίσι της δεκαετίας του 1920. 

Μέσα σε όλα, μάθαμε και κάποιες αχρείαστες λεπτομέρειες, όπως το κατασκευαστικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Σκοτ Φιτζέραλντ και για το οποίο τον συμβούλευε ο Χέμινγουεϊ. Χωρίς να λυθεί αυτό, το βιβλίο τελείωσε και πήρε τη θέση του στην βιβλιοθήκη. Ίσως έψαχνε και ο ίδιος ο συγγραφέας, μάταια, να ολοκληρώσει αυτή την ιστορία που τον παίδευε στη γραφή τόσα χρόνια. 

Ένα βιβλίο για το Παρίσι, χωρίς το Παρίσι, δεν μπορεί να είναι γιορτή, ούτε καν κινητή.

👍Η νέα πτυχή στις ανθρώπινες σχέσεις των συγγραφέων που ανοίγει ο Χέμινγουεϊ.
👎Η έλλειψη κεντρικής ιδέας.

Βαθμολογία: ✩✩✩✩

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

We Die Alone



Τι σου κάνουν τα ταξίδια. Το "We Die Alone" δεν θα έπεφτε, πιθανότατα, ποτέ στα χέρια μου αν δεν είχα κάνει ένα μαγευτικό roadtrip στα όρια και πάνω από τον Αρκτικό κύκλο, εξερευνώντας τις ομορφιές της νορβηγικής υπαίθρου. Ακόμα, το "We Die Alone" δεν θα έπεφτε, πιθανότατα, ποτέ στα χέρια μου αν δεν είχα επισκεφτεί κατά την διάρκεια αυτού του ταξιδιού το "Lofoten Krigsminne Museum" στο Svolvaer, το μουσείο που είναι αφιερωμένο στην ιστορία της περιοχής κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί, σε μια γωνιά, βρισκόταν το "We Die Alone" και αφού έβγαλα την κατάλληλη φωτογραφία, το βιβλίο αυτό καταχωρήθηκε στη λίστα με τα "προσεχώς". 

Στο βιβλίο του αυτό, ο David Howarth υφαίνει την ιστορία του Jan Baalsrud, ενός Νορβηγού στρατιώτη, ο οποίος μετά από μια αποτυχημένη, όπως εξελίχθηκε, πολεμική επιχείρηση εναντίον των Γερμανών Ναζί, οι οποίοι έχουν καταλάβει τη Νορβηγία, βρέθηκε λαβωμένος, έχοντας χάσει τη μία του μπότα και με το ένα του πόδι γυμνό να καταδιώκεται από τους Γερμανούς στα απάτητα νορβηγικά βουνά, αφήνοντας πίσω του το αιματηρό του αποτύπωμα στο χιόνι. 

Η ιστορία επιβίωσης του, αν και μοιάζει φανταστική και κάλλιστα θα μπορούσε κάποιος να την παρομοιάσει με την ταινία του 2001 "Behind Enemy Lines" με πρωταγωνιστή τον Owen Wilson, το οποίο βασίζεται και αυτό σε αληθινή ιστορία. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το τέλος είναι ευτυχές. 

Δεν θα σας αποκαλύψω περισσότερα για την πλοκή της ιστορίας, το σίγουρο είναι ότι στους λάτρεις των πολεμικών ιστοριών, των ιστοριών καταδίωξης καθώς και στους λάτρεις της Νορβηγίας, το "We Die Alone" θα αρέσει αρκετά. 

👍Η ανάπτυξη διάφορων ιστοριών παράλληλα με την κεντρική.
👎Το βιβλίο, αν και μυθιστόρημα, στερείται λογοτεχνικών περιγραφών.

Βαθμολογία: ✩✩✩✩✩✩

Το νησί του Βορρά

  Νορβηγία. Ένα απομονωμένο νησί. Ένα έγκλημα που ζητά εξιχνίαση. Αν ψάχνεις σκανδιναβικό noir, το " Νησί του Βορρά " σου τα δίνει...